Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ - Μνημεία του χθες, πολυχώροι δημιουργίας και πολιτισμού του σήμερα


Τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης ήταν ραγδαία σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής ζωής, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου. Η ρήξη της κλειστής οικονομικής κοινότητας που προκλήθηκε από τη βιομηχανική ανάπτυξη και η ελεύθερη οικονομία οδήγησαν βέβαια στην αίσθηση της απομόνωσης, παράλληλα όμως και σε ένα αίσθημα ανεξαρτησίας. Ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ατομικότητά του από τους άλλους, είτε σε κοινωνικό είτε σε ατομικό επίπεδο, ατομικότητα της οποίας τα δικαιώματα προσπάθησε να κατοχυρώσει με τα κοινωνικά και πολιτιστικά κινήματα του 19ου και 20ού αιώνα.

Η επιστήμη και η μηχανή, παρόλα τα συναισθήματα λατρείας και τρόμου που προκαλούν και τις νέες μορφές δουλείας που πλάθουν, συνέβαλαν, ωστόσο, στην απελευθέρωση του ατόμου από άλλες μορφές εξάρτησης. Μια νέα μορφή ανθρώπινης ευαισθησίας γεννήθηκε με τη βιομηχανική κοινωνία. Στη μελέτη των παραγόντων που τη δημιούργησαν αποσκοπεί η βιομηχανική αρχαιολογία, ερευνώντας τα «βιομηχανικά ίχνη και κατάλοιπα», είτε αυτά λέγονται εργοστάσια, είτε μηχανές, είτε οποιαδήποτε μορφή πολιτιστικής παραγωγής.
Η βιομηχανική αρχαιολογία σαν τομέας ενδιαφέροντος από την επιστήμη εμφανίστηκε στη χώρα, όπου προηγήθηκε εκείνο το φαινόμενο που ορίζεται σαν βιομηχανική επανάσταση. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα 1953 από τον Donald Dudley, άλλοι, ωστόσο, δίνουν την «πρωτιά» στον Michael Rix δύο χρόνια αργότερα. Οι δύο αυτές αναμφισβήτητες προσωπικότητες της βιομηχανικής αρχαιολογίας μαζί με τους Angus Buchanan, Kenneth Hudson και J.P.M. Panell αποτελούν την πρώτη ομάδα επιστημόνων που πρότειναν σαν αυτόνομο επιστημονικό τομέα τη μελέτη των μνημείων του περασμένου βιομηχανικού αιώνα μας.

Η βιομηχανική αρχαιολογία είναι η προσπάθεια μελέτης σε βάθος του βιομηχανικού πολιτισμού και της προβιομηχανικής περιόδου. Ξεκινά από τους τόπους εργασίας, τα κτίρια, τις μηχανές και φτάνει στους ανθρώπους, τις νέες κοινωνικές σχέσεις και τάξεις, στα υλικά μέσα και στους τρόπους παραγωγής. Η βιομηχανική αρχαιολογία, όμως, δεν είναι απλά η προσπάθεια καταγραφής και διατήρησης των παλιών εργοστασίων, είναι πολύ περισσότερο μια προσεκτική ματιά σε όλη εκείνη την ιστορική εποχή που η βιομηχανία αναλαμβάνει καθοριστικό ρόλο στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό τομέα. Η μελέτη αυτή έχει διεπιστημονικό χαρακτήρα, ο οποίος απορρέει από την ανάγκη να ερευνηθούν όλες οι πιθανές αλληλοεξαρτήσεις στο χώρο και το χρόνο.
Πόσο, όμως, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα μπορούμε να μιλάμε για βιομηχανικό πολιτισμό, βιομηχανικά μνημεία και βιομηχανική αρχαιολογία; Η είσοδος της βιομηχανίας στην οικονομική δομή μιας χώρας και τα αποτελέσματά της στον κοινωνικό και πολιτιστικό χώρο δεν έχουν καμιά σχέση με την ποσοτική ανάπτυξη του φαινόμενου. Η βιομηχανική είναι μια κοινωνία που υιοθέτησε μια μορφή οργάνωσης, όπου κυριάρχησε το όραμα της εκβιομηχάνισης και η προσπάθεια ανάπτυξης πάνω σε κάποιο βιομηχανικό μοντέλο. Μια τέτοια κοινωνία είναι και η ελληνική, με πολλές ιδιαιτερότητες.
Το αντικείμενο της βιομηχανικής αρχαιολογίας μπορεί να ομαδοποιηθεί σε πέντε μεγάλες ενότητες: 1) βιομηχανικά κτίρια, 2) μηχανές – εργαλεία – βιομηχανικό προϊόν, 3) μέσα συγκοινωνίας και μεταφοράς, 4) εργατικές κατοικίες, 5) φυσικοί τόποι βιομηχανικής εκμετάλλευσης – τεχνικά έργα υποδομής. Πολλά από τα βιομηχανικά μνημεία, τα οποία στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που αναπτύχθηκε η πόλη και εντάχθηκαν στον πολεοδομικό ιστό της, ή ακόμα κι εκείνα που βρέθηκαν έξω από αυτόν και που σήμερα έχουν ενσωματωθεί στη σύγχρονη πόλη, θα πρέπει να επανενταχθούν σε αυτή με νέα πλαίσια λειτουργιών, αφού πρώτα διατυπωθεί σαφώς ο προορισμός τους. Οι δυνατότητες μιας σύγχρονης χρήσης των χώρων αυτών είναι μεγάλες: μπορούν να στεγάσουν άλλους τομείς παραγωγής, υπηρεσίες, σχολεία, γυμναστήρια, παιδικούς σταθμούς, πολιτιστικά κέντρα, κατοικίες, εμπορικά κέντρα. Με αυτόν τον τρόπο, τα βιομηχανικά συγκροτήματα δεν αντιμετωπίζονται σαν αποκεντρωμένα μουσειακά υπολείμματα, αλλά σαν ζωντανοί οργανισμοί.
Ο νομός μας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εκβιομηχάνισης από το 1960 περίπου και έπειτα. Θεωρείται η ενεργειακή καρδιά της χώρας, καθώς παράγει το 70 % του ηλεκτρικού ρεύματος μέσω της ΔΕΗ. Ωστόσο και άλλες μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις δημιουργήθηκαν στον τόπο μας (π.χ. ΑΕΒΑΛ, ΜΑΒΕ), οι οποίες δεν κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι σήμερα. Τα συγκροτήματα παραμένουν ανεκμετάλλευτα, διεκδικούνται από διάφορους φορείς, δεν καταγράφονται, δεν αναδεικνύονται και, τελικά, δεν επανεντάσσονται στη σύγχρονη πόλη, προσφέροντας στους πολίτες νέους πολυχώρους οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συνάθροισης.
Θα ήθελα να καταθέσω μια προσωπική εμπειρία, την οποία έζησα σε ένα ταξίδι μου στην Πολωνία το 1995. Στην περιοχή της Κρακοβίας, σε ένα μικρό πολωνικό χωριό, ένα παλιό ορυχείο άνθρακα, είχε μεταμορφωθεί σε μουσειακό χώρο, επισκέψιμο στους τουρίστες της περιοχής. Μάλλον στη δική μας περιοχή είναι οικονομικά ανέφικτο να ενεργοποιηθούν ανάλογα παλιά ορυχεία της ΔΕΗ και της ΜΑΒΕ! Και βέβαια ακόμη προβληματικότερη είναι η εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων της ΑΕΒΑΛ στην Πτολεμαΐδα και των γεωργικών αποθηκών στην Κοζάνη για τη δημιουργία πολυχώρων, με τη συμμετοχή ακόμη και των ιδιωτών, αλλάζοντας τη μορφή των δύο μεγαλύτερων πόλεων του νομού μας. Μόνο, όμως, με την αξιοποίηση τέτοιων συγκροτημάτων και εγκαταστάσεων θα μπορέσουμε να μιλήσουμε σοβαρά για βιομηχανικό τουρισμό σε έναν καθαρά ενεργειακό και εκβιομηχανοποιημένο νομό. Διαθέτουμε, πιστεύω, εκείνα τα μνημεία και τις εγκαταστάσεις για να στοχεύσουμε σε ομάδες ενδιαφέροντος του βιομηχανικού τουρισμού. Διαφορετικά θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο τουρισμός στο νομό μας θα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και θα ψάχνουμε να βρούμε εξιλαστήρια θύματα για τις κακές μας επιδόσεις.


Δρ Δημήτρης Μυλωνάς
Στέλεχος Ν.Α. Κοζάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου